Νέα δεδομένα στην ογκολογική χειρουργική του παχέος εντέρου

Άρθρο του Τσαμπίκου Πετρωνιάτη*

 

Ο κολοορθικός καρκίνος είναι ο τρίτος σε συχνότητα εμφάνισης καρκίνος στην Ευρώπη και στα δύο φύλλα. Αποτελεί δε την τέταρτη αιτία θανάτου από νεοπλασία ενώ στις ΗΠΑ βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά τον καρκίνο του πνεύμονα.  Στο σύνολο του πληθυσμού, η πιθανότητα ενός ατόμου να αναπτύξει καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού στη διάρκεια της ζωής του είναι περίπου 1 στις 20. Η μέση ηλικία εμφάνισης είναι η 7η δεκαετία της ζωής.

Ο κυριότερος παράγοντας κινδύνου είναι η ηλικία, αφού πάνω από το 80% των περιπτώσεων απαντάται σε άτομα άνω των 60 ετών, ενώ η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 70 έτη. Άτομα με οικογενειακό ιστορικό κολοορθικού καρκίνου θα πρέπει να υποβάλλονται σε κολονοσκόπηση κάθε 5 χρόνια μετά την ηλικία των 40 ετών.

Υπάρχουν επίσης καλά τεκμηριωμένοι παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του ορθού, όπως οι φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου (π.χ. ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Chrohn). Στην περίπτωση αυτή οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε κολονοσκόπηση κάθε 1-2 έτη.

Επίσης κάποιες σπάνιες παθολογικές καταστάσεις που πολύ συχνά συνζυδέονται με κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ορθού είναι η οικογενής πολυποδίαση (familial adenomatous polyposis) και το σύνδρομο του Lynch.

Η παχυσαρκία, η έλλειψη φυσικής άσκησης, η κατάχρηση αλκοόλ και κυρίως η διατροφή πλούσια σε ζωϊκά λίπη και φτωχή σε φυτικές ίνες και αντιοξειδωτικά, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου.

Η κύρια θεραπευτική προσέγγιση των νεοπλασιών του παχέως εντέρου και του ορθού είναι η χειρουργική. Αξίζει να τονιστεί ότι σε αρχικά στάδια η χειρουργική μπορεί από μόνη της να θεραπεύσει τη  νόσο χωρίς άλλες συμπληρωματικές θεραπείες. Ανάλογα με την εντόπιση και το στάδιο της νόσου μπορεί να είναι απαραίτητη η χορήγηση ακτινοθεραπείας ή/και χημειοθεραπείας πριν ή μετά την χειρουργική επέμβαση.

Τα ποσοστά θανάτου από κολοορθικό καρκίνο μειώνονται συνεχώς τα τελευταία 20 χρόνια. Υπάρχουν διάφοροι πιθανοί λόγοι γι αυτό. Ένας είναι ότι στα πλαίσια του πληθυσμιακού ελέγχου (screening) με κολονοσκόπηση διαγιγνώσκονται οι πολύποδες και αφαιρούνται προτού εξελιχθούν σε καρκίνο ή ανευρίσκεται ο καρκίνος σε αρχικό στάδιο που είναι ευκολότερα θεραπεύσιμος. Επιπλέον, η συνδυαστική θεραπεία του κολοορθικού καρκίνου έχει παρουσιάσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια.

Σε αυτό έχει συμβάλει αναμφισβήτητα η βελτίωση της χειρουργικής τεχνικής και η εισαγωγή standards στις επεμβάσεις του παχέος εντέρου και του ορθού για κακοκήθη νόσο. Συκγεκριμένα,  πρόσφατες μελέτες αναδεικνύουν πλέον την ανωτερότητα της τεχνικής CME (complete mesocolic excision) έναντι άλλων τεχνικών χωρίς σαφή standards κατά την πραγματοποίηση της επέμβασης. Η αφαιρεση του πάσχοντος τμήματος του οργάνου με τη μέθοδο αυτη, πραγμοτοποιείται κατά μήκος των εμβρυικών δομών με αποτέλεσμα την πλήρη αφαίρεση όλων των πιθανών λεμφαδένων και ιστών που θα μπορούσαν να είναι εστία μικρομεταστάσεων. Έχει παρατηρηθεί σε τυχαιοποιημένες μελέτες ότι ο αριθμός  των λεμφαδένων που ανευρίσκονατι στη βιοψία είναι μεγαλύτερος σε σχέση με παλαιότερες μεθόδους και ότι τα φυσιολογικά όρια των δομών είναι ανέπαφα με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιείται η διεγχειρητική διασπορά του όγκου. Η τεχνική αυτη βελτιώνεται ακόμα περισσότερο όταν πραγματοποιείται λαπαροσκοπικά όπου η κοιλιά του ασθενούς παραμένει κλειστή και το χειρουργικό τραύμα είναι ασύγκριτα μικρότερο σε σχέση με το ανοιχτό χειρουργείο (τεχνική no touch).

Ο συνδυασμός των δύο τεχνικών πολλαπλασιάζει το ευεργετικό για τον ασθενή αποτέλεσμα διότι γίνεται πιό ριζικός καθαρισμός των ιστών γύρο από τον όγκο διατηρώντας την αιμάτωση των παρακέιμενων οργάνων και χωρίς διασπορά καρκινικών κυττάρων με τη no touch μέθοδο. Παράλληλα η μετεγχειρητική περίοδος είναι για τον ασθενή σαφώς πιο ανώδυνη και η επάνοδος στην καθημερινότητα ταχύτερη.

Η γρήγορη επούλωση των εσωτερικών και εξωτερικών τραυμάτων, χαρακτηριστικό της λαπαροσκοπικης χειρουργικής, επιτρέπει δε μικρότερο χρόνο νοσηλείας  και την ταχύτερη έναρξη της χημειοθεραπείας ή ακτινοβολίας όπου απαιτείται ανάλογα με το στάδιο της νόσου.

Οι τεχνικές αυτές που έχουν εδραιωθεί πλέον στα μεγάλα χειρουργικά κέντρα παγκοσμίος. Νέες μελέτες αναμένεται να αναδείξουν την ανωτερότητα τους στην ποιότητα της εκτομής και στη  μακροχρόνια επιβίωση των ασθενών με κακοήθη νόσο του παχέος εντέρου.

Λαπαροσκοπικές επεμβάσεις με τη μέθοδο αυτή αποτελούν  πλέον εδώ και ένα χρόνο  χειρουργεία ρουτίνας  στο τμήμα προηγμένης λαπαροσκοπικής χειρουργικής της ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΛΙΝΚΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ – EUROMEDICA ΡΟΔΟΥ   όπου διατίθεται όλος ο ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός που απαιτούν τα διεθνή πρότυπα και η απαραίτητη εμπειρία της χειρουργικής μας ομάδας κατόπιν πολυετούς εκπαίδευσης στο εξωτερικό.

*Γενικός Χειρουργός,εξειδικευμένος στη χειρουργική ογκολογία και στη λαπαροσκοπική χειρουργική,

συνεργάτη  ΓΕΝΙΚΗΣ  ΚΛΙΝΙΚΗΣ  ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ